αἴγιλος

αἴγῐλος, ,
A a herb of which goats are fond, = αἰγίλωψ 1, Theoc.5.128, Babr.3.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίγιλος — αἴγιλος, η (Α) [αίξ] χορτάρι, που κατά τους αρχαίους αγαπούσαν πολύ οι κατσίκες …   Dictionary of Greek

  • αἴγιλος — a herb of which goats are fond fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλω — αἴγιλος a herb of which goats are fond fem nom/voc/acc dual αἴγιλος a herb of which goats are fond fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγίλου — αἴγιλος a herb of which goats are fond fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴγιλον — αἴγιλος a herb of which goats are fond fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίγα — (aega). Επιστημονική ονομασία γένους αρθροπόδων και γένους εντόμων. 1. Τα αρθρόποδα είναι της οικογένειας των αιγιδών και της τάξης των ισοπόδων. Ζουν παρασιτικά επάνω στα διάφορα ψάρια, στα οποία κολλούν με τους μυζητήρες τους. Το μήκος του… …   Dictionary of Greek

  • Αιγιλία — Δήμος της αρχαίας Αττικής, που ανήκε στην Αντιοχίδα φυλή και βρισκόταν πιθανότατα απέναντι από τη Σαλαμίνα. Λεγόταν και Αίγιλος και φημιζόταν για τα σύκα του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.